img

To tango

J.L.Borges, 1964

Απόδοση στα ελληνικά:


Πού να είναι? Ρωτά η ελεγεία

για όσους που δεν υπάρχουν πια, ωσάν να υπήρχε

μια περιοχή όπου το Χθες, θα μπορούσε να είναι

το Σήμερα, το Μέχρι, το Ακόμα.

Πού να είναι? (ξαναλέω) το συνάφι

που γεννήθηκε σε σκονισμένα στενά

από χώμα ή από χαμένους οικισμούς,

η σέκτα από μαχαίρι ή από κουράγιο?

Πού να είναι εκείνοι που πέρασαν,

αφήνοντας στην εποποιία ένα επεισόδιο,

έναν μύθο στο χρόνο, και που χωρίς μίσος,

που χωρίς κέρδος ή πάθος ερωτικό μαχαιρώθηκαν?

Τους αναζητώ στο θρύλο τους, στην ύστατη

θράκα που, με τον αόριστο τρόπο του ρόδου,

διατηρεί κάτι από εκείνη τη γενναία φυλή

των Corrales και των Balvanera.

Ποιά σκοτεινά δρομάκια ή ποιό έρημο

του άλλου κόσμου θα κατοικήσει τη σκληρή

σκιά εκείνου που ήταν ο ίδιος μια σκοτεινή σκιά,

του Muraña, αυτού του μαχαιριού του Παλέρμο?

Κι εκείνος ο Iberra, ο θανατηφόρος (που οι άγιοι

τον οικτίρουν), που σ’ένα γεφύρι του δρόμου

σκότωσε τον αδερφό του, Ñato, που χρωστούσε πιότερους

θανάτους κι απ’τον ίδιο, κι έτσι εξίσωσε το χρέος.

Μια μυθολογία από στιλέτα

αργά ακυρώνεται στη λήθη.

Ένα τραγούδι κατορθωμάτων έχει χαθεί

ανάμεσα σε άθλιες πολιτικές ειδήσεις.

Υπάρχει άλλη θράκα, άλλo φλογισμένο ρόδο,

αυτή της στάχτης που τους κρατά ολάκερους.

Εκεί είναι οι περήφανοι μαχαιράδες,

και στο βάρος του σιωπηλού στιλέτου.

Ακόμα κι αν το εχθρικό στιλέτο, ή ένα άλλο,

ο χρόνος, τους απώλεσαν μες στη λάσπη,

σήμερα, πιο πέρα από τον χρόνο και τον άτυχο

θάνατο, οι νεκροί αυτοί ζουν μες στο tango.

Μες στη μουσική του ζουν, μες στις χορδές

της πεισματάρας κι επίπονης κιθάρας,

που αφηγείται, μες στη χαρούμενη milonga,

τη γιορτή της αθωότητας του γενναίου.

Γυρίζει στο κενό η κίτρινη η ρόδα

των αλόγων και των λιονταριών, κι ακούω την ηχώ

αυτών των tangos του Arolas και του Greco

που είδα να χορεύονται στο πεζοδρόμιο,

σε μια στιγμή που σήμερα αναδύεται μεμονωμένη,

χωρίς πριν, χωρίς μετά, κόντρα στη λήθη,

και που έχει τη γεύση του χαμένου,

του χαμένου και του ανακτημένου.

Στα ακόρντα του υπάρχουν πράγματα αρχαία:

η άλλη αυλή και το αμπέλι να μισοφαίνεται

(Πίσω από καχύποπτους τοίχους

Ο Νότος φυλά ένα μαχαίρι και μια κιθάρα.)


Αυτή η ριπή, το tango, αυτό το διαβολόπραμα,

τα απασχολημένα χρόνια προκαλεί.

Φτιαγμένος από σκόνη και χρόνο, ο άνθρωπος διαρκεί

λιγότερο από την ελαφριά μελωδία,

που μόνο είναι χρόνος. Το tango γεννά ένα σκοτεινό

παρελθόν, εξωπραγματικό, που με κάποιο τρόπο είναι βέβαιο,

την απίθανη ανάμνηση του να έχεις πεθάνει

μαχόμενος, σε μια γωνιά του προαστίου.




Πρωτότυπο κείμενο (Ισπανικά):


¿Dónde estarán? pregunta la elegía

de quienes ya no son, como si hubiera

una región en que el Ayer, pudiera

ser el Hoy, el Aún, y el Todavía.


¿Dónde estará? (repito) el malevaje

que fundó en polvorientos callejones

de tierra o en perdidas poblaciones

la secta del cuchillo y del coraje?


¿Dónde estarán aquellos que pasaron,

dejando a la epopeya un episodio,

una fábula al tiempo, y que sin odio,

lucro o pasión de amor se acuchillaron?


Los busco en su leyenda, en la postrera

brasa que, a modo de una vaga rosa, 

guarda algo de esa chusma valerosa

de Los Corrales y de Balvanera.


¿Qué oscuros callejones o qué yermo

del otro mundo habitará la dura

sombra de aquel que era una sombra oscura,

Muraña, ese cuchillo de Palermo?


¿Y ese Iberra fatal (de quien los santos

se apiaden) que en un puente de la vía,

mató a su hermano, el Ñato, que debía

más muertes que él, y así igualó los tantos?


Una mitología de puñales

lentamente se anula en el olvido;

Una canción de gesta se ha perdido

entre sórdidas noticias policiales.


Hay otra brasa, otra candente rosa

de la ceniza que los guarda enteros;

ahí están los soberbios cuchilleros

y el peso de la daga silenciosa.


Aunque la daga hostil o esa otra daga,

el tiempo, los perdieron en el fango,

hoy, más allá del tiempo y de la aciaga

muerte, esos muertos viven en el tango.


En la música están, en el cordaje

de la terca guitarra trabajosa,

que trama en la milonga venturosa

la fiesta y la inocencia del coraje.


Gira en el hueco la amarilla rueda

de caballos y leones, y oigo el eco

de esos tangos de Arolas y de Greco

que yo he visto bailar en la vereda,


en un instante que hoy emerge aislado,

sin antes ni después, contra el olvido,

y que tiene el sabor de lo perdido,

de lo perdido y lo recuperado.


En los acordes hay antiguas cosa:

el otro patio y la entrevista parra.

(Detrás de las paredes recelosas

el Sur guarda un puñal y una guitarra.)


Esa ráfaga, el tango, esa diablura,

los atareados años desafía;

hecho de polvo y tiempo, el hombre dura

menos que la liviana melodía,


que solo es tiempo. El Tango crea un turbio

pasado irreal que de algún modo es cierto,

el recuerdo imposible de haber muerto 

peleando, en una esquina del suburbio.